Ετικέτες

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Σολωμός - Ρίτσος - Ο Ερωτόκριτος

Δ. Σολωμός



Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν ευγενής, ενώ η μητέρα του Αγγελική Νίκλη, γυναίκα του λαού. Ο πατέρας του πέθανε το 1807, όταν ο Δ. Σολωμός ήταν ακόμη μικρός. Χάρη στη μητέρα του έμαθε την απλή γλώσσα που μιλούσε ο λαός. Συγχρόνως έμαθε και τα Ιταλικά που μιλούσαν οι Επτανήσιοι αριστοκράτες από τον Αββά Σάντιο Ρώσση. Το 1808 ο Δ. Σολωμός πήγε μαζί με το δάσκαλο του Ρώσση στην Ιταλία, όπου τελείωσε τη μέση εκπαίδευση και φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας. Στην Ιταλία ήρθε σε επαφή με διάφορους πνευματικούς ανθρώπους.
Το 1818 ο Δ. Σολωμός επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου άρχισε να γράφει ποιήματα στην ελληνική γλώσσα. Τα πρώτα του ποιήματα είναι: «Η αγνώριστη», «Η ξανθούλα» κ.α. 


Η Ξανθούλα 




 Την είδα την ξανθούλα,
την είδα 'ψες αργά που
 εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

 Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

 Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ειδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό.

 Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

 Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι
εδάκρυσα κ' εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα
δεν κλαίγω τα πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.


Το 1823, δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα του Αγώνα, θα γράψει τον “`Υμνο εις την Ελευθερία”, που θα τυπωθεί το 1825. Το ποίημα αυτό αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές και είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Το ποίημα αυτό μεταφράστηκε στα ιταλικά και στα γαλλικά. Μελοποιήθηκε από το Νικόλαο Μάντζαρο (1828-30) και έγινε ο Εθνικός `Υμνος της Ελλάδας το 1865.

Το 1828 ο Δ. Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα. Το 1830 άρχισε να γράφει τους  “Ελεύθερους Πολιορκημένους”, ένα ποίημα το οποίο εμπνέεται από τη πτώση του Μεσολογγίου το 1826, χωρίς όμως να προλάβει να το τελειώσει, γιατί τον βρίσκει ο θάνατος. Το Νοέμβριο του 1857 πέθανε.


Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο εθνικός μας ποιητής.

 




 Γιάννης Ρίτσος


Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά  του 1909.
Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε  από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

Στις  9 Μαϊου  1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές , κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει  τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον Επιτάφιο, που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα και μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και  το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Θεοδωράκης.
Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). 

 Πρωινό άστρο


Στην κόρη μου ΕΡΗ
Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα από τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.

Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                        μακρύς
                                    μακρύς ο δρόμος.



Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί» και  προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο  Λένιν στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του  Πανεπιστημίου της Αθήνας(1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.


Αν όλα τα παιδιά της γης ...



Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου  1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.



Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα





Η σελίδα στο Ανθολόγιο ΚΛΙΚ



 

O Βιτσέντζος Κορνάρος (26 Μαρτίου 15531613 ή 1614) ήταν Κρητικός ποιητής

Θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της κρητικής λογοτεχνίας, συγγραφέας του αφηγηματικού ποίηματος Ερωτόκριτος και πιθανώς του θρησκευτικού δράματος Η Θυσία του Αβραάμ.

  Ο Κορνάρος διηγείται σε περισσότερους από 10.000 (10.012 για την ακρίβεια) δεκαπεντασύλλαβους στίχους την ερωτική ιστορία του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας , τις δυσκολίες και τα βάσανά τους ως το τελικό αίσιο τέλος. 

 Η υπόθεση

Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα. Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. 
   Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους στρατιώτες του βασιλιά. Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε.
     Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του. Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο και ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής.   
    Το ζευγάρι αρχίζει να συναντιέται κρυφά στο παράθυρο της Αρετούσας. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της.   
  Ύστερα από τις κρυφές συναντήσεις του Ερωτόκριτου με την Αρετούσα , ο Ερωτόκριτος πείθει τον πατέρα του να επισκεφτεί το βασιλιά και να ζητήσει τη βασιλοπούλα σε γάμο. Ο βασιλιάς εξοργίζεται για την τόλμη του Πεζόστρατου και εξορίζει τον Ερωτόκριτο από την χώρα του . Προτού φύγει όμως η Αρετούσα του προσφέρει το δαχτυλίδι της και ορκίζονται αιώνια αγάπη.
«Του λέει του Πεζόστρατου ο Ρωτόκριτος μια μέρα: Πατέρα μου του βασιλιά αγαπώ τη θυγατέρα. Παρακαλεί το γέρο του στο ρήγα να μιλήσει της ρηγοπούλας της καλής το χέρι να ζητήσει. Ο βασιλιάς σαν άκουσε την προξενιά του γάμου: Λωλέ , λέει του γέροντα , χάσου από μπροστά μου. Πώς να ζητήσεις τόλμησες εσύ τούτη τη χάρη γυναίκα του ο Ρωτόκριτος την Αρετούσα να πάρει?Όσο γα το Ρωτόκριτο και την αποκοτιά του στην εξορία να διωχτεί θέλω η αφεντιά του. Μεσάνυχτα ο Ρωτόκριτος στην Αρετούσα πάει. «Άκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα? Ο κύρης με’ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα. Φεύγω , μισεύω μακριά , σε άλλη γή θα μείνω , μα την ψυχή και την καρδιά σε σένα την αφήνω. Όρκο σου κάνω πως θα ζώ μόνο για να γυρίσω αφού δίχως εσένανε δε θέλω πια να ζήσω. Η Αρετούσα που τ’άκουσε κόντεψε να πεθάνει το δαχτυλίδι της στο χε΄ρι του το βάνει». Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. 
  

  Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη. Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται.Ο βασιλιάς για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο του προσφέρει σύζυγο την κόρη του.  
   Η Αρετούσα αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της. Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.  
 





Ερωτόκριτος (Τα θλιβερά μαντάτα)

Ξυλούρης Νίκος

Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
ο κύρης σου μ' εξόρισε στης ξενιτιάς της στράτα

Τέσσερις μέρες μοναχά μου 'δωκε ν' ανιμένω
Κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω

Και πώς να σ' αποχωριστώ και πώς θα σου μακρύνω
και πώς θα ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο

Κατέχω το κι ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύγει
Ρηγόπουλο, αφεντόπουλο, σαν είσ' εσύ, γυρεύει

Και δε μπορείς ν' αντισταθείς στα θέλουν οι γονιοί σου
Νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάζει η όρεξή σου

Μια χάρη, αφέντρα μου, ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
Και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

Την ώρα π' αρραβωνιαστείς, να βαριαναστενάξεις
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις

Ν' αναδακρυώσεις και να πεις, «Ρωτόκριτε καημένε
τα σου 'ταξα ελησμόνησα, τα 'θελες μπλιο δεν έναι»

Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμερά σου
λόγιαζε τα 'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου

Και πιάσε και τη ζωγραφιά που ’ναι στ' αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια, που λεγα όπου πολύ σ' αρέσαν

Και διάβαζέ τα, θώρειε τα κι αναθυμού κι εμένα
πως μ' εξορίσανε για σε πολλά μακριά στα ξένα


Κι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε
και τα τραγούδια που 'βγαλα, μες στη φωτιά τα κάψε
Όπου κι αν πάγω, κι αν βρεθώ και τον καιρό που ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δω, μηδέ ν' ανατρανίσω

Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
ένα κερί αφτούμενον εκράτουν κι έσβησέ μου

Καλλιά 'χω εσέ με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου
για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.